Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

moveo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mew (κινώ)

  ΡήμαΕπεξεργασία

moveo (la)

  1. κινώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία