Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mus/
mousse 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
mousse mousses

mousse (fr) θηλυκό

  1. αφρός
    ce savon fait beaucoup de mousse - αυτό το σαπούνι κάνει πολύ αφρό
  2. (κομμωτική) αφρός για τα μαλλιά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mousse (fr) αρσενικό

  • ναύτης
    le mousse nettoie le pont - ο ναύτης καθαρίζει το κατάστρωμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία