Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mʲiɕ/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

miś (pl) αρσενικό

  1. το αρκουδάκι με τις έννοιες
    • μικρή αρκούδα
    • λούτρινο αντικείμενο με μορφή μικρής αρκούδας
    • γενικά κάθε αντικείμενο με μορφή μικρής αρκούδας
  2. συνθετική γούνα
  3. (μεταφορικά) (σκωπτικό) για χοντρό και συνήθως βραδυκίνητο άντρα
  4. (αργκό) αστυνομικός

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στην ονομαστική και κλητική του πληθυντικού παίρνει και την ειρωνική αρρενοπροσωπική μορφή misiowie κατά το pan-panowie

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία