Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

manoeuvre (en) (ΗΒ) και maneuver (ΗΠΑ)

  1. μανούβρα, ελιγμός
  2. (συνήθως στον πληθυντικό) τακτικές κινήσεις στρατευμάτων, ελιγμοί ή στρατιωτικά γυμνάσια, ασκήσεις


Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

manoeuvre (fr)

δείτε τη λέξη  manœuvre