Arrows blue.png Δείτε επίσης: Loup

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

loup < λατινική lupus

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /lu/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
loup loups

loup (fr) αρσενικό

  1. (ζωολογία) ο λύκος