Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /laɪnd/
ήχος (ΗΠΑ) 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

lined (en)

  1. ο παρατεταγμένος, σε σειρά
  2. χαρτί, σελίδα που έχει ευθείες γραμμές

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • lined στην αγγλική Βικιπαίδεια