Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

lego < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *leg-. Συγγενές με το αρχαία ελληνική λέγω (=συλλέγω, μαζεύω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈle.ɡoː/

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

lego (la) (lego - legi - lectum - legere)

ΚλίσηΕπεξεργασία