Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkrutʲci/
krótki 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

krótki (pl)

  1. βραχύς, μικρός με τις εννοιες:

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία