Δείτε επίσης: Kotka

Φινλανδικά (fi) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kotka (fi)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

kotka (pl) < από τη λέξη kot (pl)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɔtka/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kotka (pl) θηλυκό