Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

kikero < kiker + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική kikero
αιτιατική kikeron

kikero (eo)