Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ɛ̃.pli.ka.sjɔ̃/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
implication implications

implication (fr) θηλυκό

  1. η εμπλοκή, η συμμετοχή
  2. η επίπτωση

Συγγενικά

επεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία