Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

impétuosité (fr) θηλυκό

L'impétuosité de cet orateur est impressionnante. - Η σφοδρότητα αυτού του ρήτορα είναι εντυπωσιακή.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία