Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
hierba hierbas

hierba (es) θηλυκό

  1. γρασίδι
  2. χόρτο
    malas hierbas - αγριόχορτα