Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hash (en)

  1. (τυπογραφία) το σύμβολο #

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • δεν πρέπει να συγχέεται με την δίεση (♯)
  • hash στην αγγλική Βικιπαίδεια  
  • Hash, εικόνες στα Wikimedia Commons