Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

gueule 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
gueule gueules

gueule (fr) θηλυκό

  1. το στόμα ενός ζώου
  2. (χυδαίο) το στόμα
    ferme ta grande gueule - βούλωσέ το (κλείσε το μεγάλο σου στόμα)
  3. η μούρη

ΕκφράσειςΕπεξεργασία