Βασκικά (eu) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
gela gelak

gela (eu)

  1. το δωμάτιο
  2. η αίθουσα
  3. η τάξη (=η αίθουσα της τάξης)