Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
galère galères

galère (fr) θηλυκό

  1. η γαλέρα
  2. (οικείο) το κάτεργο