Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
géologue géologues

géologue (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. γεωλόγος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία