Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
généralisable généralisables

généralisable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. γενικεύσιμος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία