Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /fuj/
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
fouille fouilles

fouille (fr) θηλυκό

  1. η ανασκαφή
  2. το ψάξιμο