Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fuj/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
fouille fouilles

fouille (fr) θηλυκό