Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

familias

  1. familia, στην αιτιατική του πληθυντικού
  2. (αρχαιοπρεπές) familia, στη γενική του ενικού