Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ex post facto (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. μεταγενέστερος ενός γεγονότος
  2. (νομική) αναδρομικός
     συνώνυμα: rétroactif