Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

evit- < γαλλική éviter

  ΡίζαΕπεξεργασία

evit- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: αποφεύγω

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία