Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
enceinte enceintes

enceinte (fr) θηλυκό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
enceinte enceintes

enceinte (fr) θηλυκό

  1. φρούριο, τείχος
  2. ο χώρος που περικλείεται από ένα τείχος
  3. ηχείο