Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ekonomi- < αγγλική economy, γαλλική économie. . .

  ΡίζαΕπεξεργασία

ekonomi- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: οικονομία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία