Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈdɛdɪkeɪtəd/
ήχος (ΗΠΑ) 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

dedicated (en)

  1. αφοσιωμένος
  2. αποκλειστικός, εξειδικευμένος, κατασκευασμένος για συγκεκριμένη χρήση
     αντώνυμα: non-dedicated

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

dedicated (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος dedicate