Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

düzensiz < düzen + -siz

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

düzensiz (tr)

  1. ακατάστατος
    Andreas'ın odası çok düzensiz. - Το δωμάτιο του Ανδρέα είναι πολύ ακατάστατο.
    Andreas çok düzensiz bir çalışan. - Ο Ανδρέας είναι ένας πολύ ακατάστατος εργαζόμενος.
  2. παράτυπος
  3. (γραμματική) ανώμαλος
    düzensiz fiiller sözlüğü - λεξικό ανωμάλων ρημάτων
     συνώνυμα: kuralsız

ΑντώνυμαΕπεξεργασία