Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
dúvida dúvidas

dúvida (pt)θηλυκό

  1. η αμφιβολία}

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • sem dúvida
- αναμφίβολα