Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

dépareiller < dé- + pareil

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /de.pa.re.je/

  ΡήμαΕπεξεργασία

dépareiller (fr)

  1. καθιστώ ελλιπές, συμπληρώνω κάτι χρησιμοποιώντας ανόμοια αντικείμενα
     συνώνυμα: désapparier, désassortir
     αντώνυμα: apparier, assortir

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία