Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /kʁe.a.tyʁ/
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
créature créatures

créature (fr) θηλυκό

Συγγενικά

επεξεργασία