Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

consolidation (fr) θηλυκό

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

consolidation (en)

  1. η εδραίωση, η στερέωση, η παγίωση
  2. η ενοποίηση, η συνένωση, η συγχώνευση
  3. (ιατρική) η πύκνωση στους πνεύμονες