Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

connector (en)

  1. οτιδήποτε συνδέει δύο συσκευές ή μια συσκευή με το ηλεκτρικό δίκτυο (φις)
  2. δρόμος που συνδέει σε άλλο δρόμο ταχείας κυκλοφορίας