Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

comprehension (en)

  1. η κατανόηση
  2. (μαθηματικά, προγραμματισμός) η κατανόηση μίας οντότητας, ώστε να μπορεί να περιγραφεί από τις ιδιότητες της, από όπου προκύπτουν και οι όροι: set comprehension και list comprehension

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία