Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
cible cibles

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cible (fr) θηλυκό

  1. o στόχος
  2. η στόχευση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία