Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

chatte < λατινική catta (θηλυκό του cattus)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʃat/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

chatte (fr) θηλυκό

  1. (ζωολογία) γάτα (θηλυκό του chat)
  2. (χυδαίο) μουνί
     συνώνυμα: con