Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

chœur < λατινική chorus < αρχαία ελληνική χορός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kœʁ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

chœur (fr) αρσενικό

  1. (εκκλησιαστική) χορωδία
  2. χορός, μέρος στην εκκλησία όπου στέκεται η χορωδία
  3. ιερό