Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /kaʁ.djɔ.pyl.mɔ.nɛːʁ/

  Επίθετο

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
cardio-pulmonaire cardio-pulmonaires

cardio-pulmonaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό