Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

cankurtaran < can (ζωή) + (kurtarmak) kurtaran (που σώζει)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /d͡ʒɑnkuɾtɑˈɾɑn/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cankurtaran (tr)

ΚλίσηΕπεξεργασία