Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
battée battées

battée (fr) θηλυκό

  1. τμήμα του κουφώματος μιας πόρτας πάνω στο οποίο αυτή χτυπά όταν την κλείνουμε

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: battre