Ουσιαστικό

επεξεργασία

balalayka (az)

Άλλες γραφές

επεξεργασία

  Ετυμολογία

επεξεργασία
balalayka < (άμεσο δάνειο) ρωσική балалайка [1]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /bɑɫɑɫɑjˈkɑ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ba‐la‐lay‐ka

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

balalayka (tr)

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. balalayka - μονόγλωσσο τουρκικό Ετυμολογικό Λεξικό «Türkçe Etimolojik Sözlük» (2002) του Σεβάν Νισανιάν