Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
apprentissage apprentissages

apprentissage (fr) αρσενικό

  1. η εκμάθηση
    il s'est lancé dans l'apprentissage du chinois - ρίχτηκε στην εκμάθηση των κινεζικών