Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

anciennement < ancien

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

anciennement (fr)

  1. παλιότερα, άλλοτε

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη ancien