Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

an Ort und Stelleδείτε τις λέξεις Ort και Stelle

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

an Ort und Stelle (de)

  1. επιτόπου, εκεί, στο μέρος όπου