Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία enΕπεξεργασία

accomplishment < παλαιογαλλικά: accomplissement < accomplir

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ə.ˈkɒm.plɪʃ.mənt/

ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
accomplishment accomplishments

accomplishment (en)