Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

abteilen (de)

  1. διαιρώ
  2. διαχωρίζω σε τμήματα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: Abteil