Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.bu.le/

  ΡήμαΕπεξεργασία

abouler (fr) (μεταβατικό) (αργκό) δίνω, κατεβάζω

  1. aboule le fric ! - κατέβασε τους παράδες!
  2. (pronominal) φτάνω

(αμετάβατο)

  1. φτάνω

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία