Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

abolition < λατινική abolitio

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
abolition abolitions

abolition (en)

  • η κατάργηση
    νομική κατάργηση, κατάργηση νόμου περί ..., κατάργηση πρακτικής ή δικαιώματος που βασίζεται (βασιζόταν εάν η -abolition-κατάργηση επικυρώθηκε) σε νόμο ή συνταγματικό άρθρο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

abolition < λατινική abolitio

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.bɔ.li.sjɔ̃/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
abolition abolitions

abolition (fr)

  1. η κατάργηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία