Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

abbigliare < γαλλική habiller

  ΡήμαΕπεξεργασία

abbigliare

  1. ντύνω
  2. διακοσμώ
  3. στολίζω

ΣύνθεταΕπεξεργασία