Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
abannation abannations

abannation (en)

  1. ετήσια εξορία η οποία επιβαλλόταν στους ένοχους ακούσιου φόνου



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
abannation abannations

abannation (fr) θηλυκό

  1. ετήσια εξορία η οποία επιβαλλόταν στους ένοχους ακούσιου φόνου