Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

X-ray < → δείτε τις λέξεις X και ray, μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική X-Strahl

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛks ɹeɪ/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
X-ray X-rays

X-ray (en)

  1. (φυσική) η ακτίνα Χ
  2. το ραδιογράφημα με ακτίνες Χ
  3. το γράμμα X στο φωνητικό αλφάβητο του NATO

  ΡήμαΕπεξεργασία

X-ray (en)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

X-ray (en)

  • ο σχετικός με ακτίνες Χ